Δήμος Τσέλιος
- 1ο ΕΠΑΛ Χαλκίδας
- Jul 8, 2021
- 5 min read
Ο Δήμος Τσέλιος καταγόταν από τα Κομιτάτα της Κεφαλονιάς και το οικογενειακό του όνομα ήταν Φερεντίνος. Γεννήθηκε το 1785 στο Σπαρτοχώρι Μεγανησιού της Λευκάδας. Ορφάνεψε σε μικρή ηλικία και από τους δυο γονείς όταν ήταν ενός έτους ο πατέρας του χτυπήθηκε από κεραυνό και πέθανε, έπειτα από δύο χρόνια η μητέρα του πνίγηκε πηγαίνοντας στην Λευκάδα.

Σε ηλικία 19 ετών μη θέλοντας να γίνει ναυτικός όπως ο αδερφός του γιατί η θάλασσα του στέρησε τη μητέρα του, αναζήτησε εργασία στα κλεφταρματολίτικα σώματα το 1804. Εντάχθηκε μαζί με τον Γιώργο Τσόγκα και τον Γιώργο Καραϊσκάκη στο σώμα του Αντώνη Κατσαντώνη και στη συνέχεια του αδελφού του, Κώστα Λεπενιώτη.
Αργότερα εντάχθηκε ως αρματολός στην υπηρεσία του Αλή Πασά Τεπελενλή των Ιωαννίνων. Είχε ενημερωθεί από τον Καραϊσκάκη για τη δράση της Φιλικής Εταιρείας, ωστόσο δεν γνωρίζουμε αν μυήθηκε σε αυτή. Με την έναρξη της Επανάστασης εντάχθηκε στο σώμα Λευκαδιτών και συμμετείχε μαζί με τον Γ. Τσόγκα στην κατάληψη της Βόνιτσας (28 Μαρτίου 1821). Πήρε μέρος σε 12 εκστρατείες, 12 πολιορκίες πόλεων και κάστρων και 39 μάχες και τραυματίστηκε τρεις φορές.
Ενώ ο Δημοτσέλιος βρισκόταν στα Άγραφα με τους άνδρες του Κατσαντώνη γνώρισε μια όμορφη κοπέλα, τη Ρηνιώ. Οι δυο νέοι ερωτεύτηκαν. Όμως, την ομορφιά της Ρηνιώς είχαν ανακαλύψει και οι άνδρες του Αλή Πασά. Έτσι, μια μέρα που πήγαν να την πάρουν ως σκλάβα, ο Δημοτσέλιος τους επιτέθηκε και την έσωσε. Όμως, αμέσως έφυγε για το βουνό για να γλιτώσει από την οργή του Αλή Πασά.
Στη συνέχεια η Ρηνιώ ντύθηκε άνδρας και ανέβηκε στο βουνό για να γλιτώσει τη σκλαβιά και να βρει τον αγαπημένο της. Σύμφωνα με την παράδοση, ο καπετάνιος των κλεφταρματολών νομίζοντας ότι είναι αγόρι την έβαλε να πολεμήσει με τον Δημοτσέλιο. Αν νικούσε το πρωτοπαλίκαρό του στη μάχη, θα έμπαινε στην ομάδα του.
Τα γένια του Δημοτσέλιου είχαν μακρύνει και η Ρηνιώ δεν τον αναγνώρισε. Η Ρηνιώ άρχισε να του επιτίθεται. Έπρεπε να μπει στην ομάδα. Κατά τη συμπλοκή παραλίγο να τον χτυπήσει στην καρδιά. Όμως, ο Δημοτσέλιος την αναγνώρισε και της μίλησε. Εκείνη τράβηξε το σπαθί της και τον ρώτησε αν ήταν ο «Δήμος της». Έτσι, οι δυο νέοι ξανασυναντήθηκαν.
Σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις οι δύο νέοι παντρεύτηκαν στο βουνό Μπούμιστος, στα λημέρια του Κατσαντώνη. Άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν παντρεύτηκαν ποτέ....
Το 1824 με την Προσωρινή Κυβέρνηση ο Δημοτσέλιος έγινε στρατηγός ενώ με την υποστήριξη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του παραχωρήθηκε το αρματολίκι του Βενέτικου. Διακρίθηκε στην καταστροφική για τα ελληνικά όπλα μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου 1822), στην οποία λαβώθηκε βαριά αλλά έχασε και τη Ρηνιώ του η οποία χτυπήθηκε θανάσιμα, εναντίον των δυνάμεων του Μεχμέτ Ρεσίτ Κιουταχή Πασά. Μετείχε στη νικηφόρα μάχη στην Καροχή Βόνιτσας - Ξηρόμερου μαζί με τα σώματα του Π. Μαυρομιχάλη, Γιώργου Τσόγκα και Θ. Γρίβα (25 Δεκεμβρίου 1822), στη μάχη στη Σκουλικαργιά Άρτας (3 Ιουνίου) και στο Ξωδάκτυλο Άρτας (9 Ιουνίου) εναντίον των δυνάμεων του Ταχίρ Αμπάζη Ντίμπραλη και στην καταστροφική για τους Οθωμανούς μάχη του Καρβασαρά (28 Σεπτεμβρίου 1825) με τα σώματα του Καραϊσκάκη εναντίον του Άγο Βασιάρη.
Όταν ο Γ. Καραϊσκάκης έγινε αρχιστράτηγος της Στερεάς, ο Δημοτσέλιος τον ακολούθησε και πήρε μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις στην Αράχωβα (18 - 24 Νοεμβρίου 1826). Την περίοδο της διακυβέρνησης του Καποδίστρια προσέγγισε τον αδελφό του, Αυγουστίνο, που είχε αναλάβει Πληρεξούσιος Τοποτηρητής της Δυτικής Στερεάς και εντάχθηκε ως επικεφαλής σώματος στο Δυτικό Στρατόπεδο του Ριχαρδου Τσώρτς.
Συμμετείχε στις μάχες για την ανακατάληψη της Δυτικής Στερεάς και διακρίθηκε στις επιχειρήσεις για την κατάληψη της πόλης και του φρουρίου της Βόνιτσας (15 Δεκεμβρίου 1828 και 5 Μαρτίου 1829), στην κατάληψη των στρατηγικών στενών Ναυπάκτου - Μεσολογγίου (13 Μαρτίου 1829) και στις μάχες που κατέληξαν στην παράδοση της Ναυπάκτου (23 Απριλίου 1829) και του Μεσολογγίου (8 Μαΐου 1829).
Μετά την ανεξαρτησία, ο Δημοτσέλιος εγκαταστάθηκε στο Βραχώρι (Αγρίνιο). Κατά την οθωνική περίοδο, εντάχθηκε στο βασιλικό στρατό και ανέλαβε ταγματάρχης - διοικητής του 5ου Ελαφρού Τάγματος Ακροβολιστών, μια θέση που τον υποβίβαζε, όπως ο ίδιος εκτιμούσε. Μαζί με άλλους οργάνωσε ένοπλη εξέγερση στην Αιτωλοακαρνανία (14 Μαρτίου και 13 Απριλίου 1836) απαιτώντας Σύνταγμα και την έξωση των Βαυαρών.
Μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης ο Δημοτσέλιος διαγράφηκε από τα μητρώα των αξιωματικών, για να καταφύγει αρχικά στη Λευκάδα και στη συνέχεια στην Αγγλία. Αποκαταστάθηκε μετά το 1843, προβιβάστηκε στο βαθμό του υποστράτηγου και έγινε μέλος της Βασιλικής Φάλαγγας.
Πέθανε το 1854 σε ηλικία 69 χρονών και τάφηκε στον Κήπο των Ηρώων στο Μεσολόγγι. Τα απομνημονεύματά του κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης, αλλά καταστράφηκαν στον σεισμό και την πυρκαγιά της Ζακύνθου το 1953∙ σώθηκαν μόλις δύο σελίδες.
Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, ο Δήμος Τσέλιος συμπεριλαμβάνεται στα πρόσωπα που πιθανολογείται ότι αναφέρονταν το κλέφτικο τραγούδι «Του Δήμου το κιβούρι» και το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Ο Δήμος και το καριοφίλι του» (1857). Το ποίημα αυτό του Βαλαωρίτη αναφέρεται στη γνωστή από τα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια συντροφική σχέση του πολεμιστή με τη φύση και το όπλο του. O Δήμος προαισθάνεται το τέλος του και ανακοινώνει στα παλικάρια του τις τελευταίες του επιθυμίες.
Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Μνημόσυνα (1857)
"Ο Δήμος και το καριοφίλι του"
Εγέρασα, μωρές παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τώρ’ αποσταμένος*
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ’ η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα το ‘χυσα, σταλαματιά δε μένει.
Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ’ το λόγκο*,
να ‘ναι χλωρό και δροσερό, να ‘ναι ανθούς γεμάτο,
και στρώστε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.
Ποιος ξέρει απ’ το μνήμα μου τι δένδρο θα φυτρώσει!
Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιο του αποκάτω
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε,
να τραγουδούν τα νιάτα μου και την παλικαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα του να παίρνουν,
να πλένουν τες λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.
Έφαγ’ η φλόγα τ’ άρματα, οι χρόνοι την ανδρειά μου.
Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου, μη με κλάψτε.
Τ’ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.
Σταθείτ’ εδώ τριγύρω μου, σταθείτ’ εδώ σιμά μου,
τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.
Κι έν’ από σας, το νιότερο, ας ανεβεί τη ράχη,
ας πάρει το τουφέκι μου, τ’ άξο μου καριοφίλι,
κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει*:
«O γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει».
Θ’ αναστενάξ’ η λαγκαδιά, θα να βογκήξει ο βράχος,
θα βαργομήσουν* τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
και τ’ αγεράκι του βουνού, οπού περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήσει, θα σβηστεί, θα ρίξει τα φτερά του,
για να μην πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει
και τηνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει ο Πίνδος
και λιώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγκοι.
Τρέχα, παιδί μου, γλήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω
θέλω για ύστερη φορά ν’ ακούσω τη βοή του.
Έτρεξε το κλεφτόπουλο, σαν να ‘τανε ζαρκάδι,
ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει:
«O γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει».
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια,
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά, κι έπειτα δευτερώνει.
Στην τρίτη, και την ύστερη, τ’ άξο το καριοφίλι
βροντά, μουγκρίζει σαν θεριό,
τα σωθικά του ανοίγει, φεύγει απ’ τα χέρια,
σέρνεται στο χώμα λαβωμένο,
πέφτει απ’ του βράχου τον γκρεμό, χάνεται, πάει, πάει.
Άκουσ’ ο Δήμος τη βοή μες στον βαθύ τον ύπνο·
τ’ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια…
O γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει.
Τ’ ανδρειωμένου η ψυχή, του φοβερού του κλέφτη,
με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ’ απαντιέται,
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβηώνται*, πάνε....
"Του Δήμου το κιβούρι"
Ο ήλιος εβασίλευε κι’ ο Δήμος παραγγέλνει:
Σύρτε, παιδιά μου, `ς το νερό, ψωμί να φάτ’ απόψε,
και συ Λαμπράκη μ’ ανιψιέ, έλα κάτσε κοντά μου,
να σου χαρίσω τ’ άρματα, να γένεις καπετάνος.
Παιδιά μου μη μ’ αφήνετε `ς τον έρημο τον τόπο,
για πάρτε με και σύρτε με ψηλά `ς την κρύα βρύση,
που ναι τα δέντρα τα δασιά, τα πυκναραδιασμένα.
Κόψτε κλαδιά και στρώστε μου και βάλτε με να κάτσω,
και φέρτε τον πνευματικό να με ξομολογήσει,
για να του πω τα κρίματα, όσά χω καμωμένα
δώδεκα χρόνια αρματωλός, σαράντα χρόνια κλέφτης.
Και βγάλτε τα χαντζάρια σας, φκειάστε μ’ ωριό κιβούρι
να ναι πλατύ για τάρματα, μακρύ για το κοντάρι.
Και `ς τη δεξιά μου τη μεριά ν’ αφήστε παραθύρι,
να μπαίνει ο ήλιος το πρωί και το δροσιό το βράδυ,
να μπανοβγαίνουν τα πουλιά, της άνοιξης ταηδόνια,
και να περνούν οι γέμορφες, να με καλημεράνε.
Πηγή: keni.panteion.gr/index.php/el/
Ιστότοπος Κέντρου Έρευνας Νεότερης Ιστορίας (ΚΕΝΙ) Πάντειου Πανεπιστημίου
Χάρτης Χαλκίδας - Οδός: Δήμου Τσέλιου




Comments