Ανδρέας Μιαούλης
- 1ο ΕΠΑΛ Χαλκίδας
- May 29, 2021
- 3 min read
Updated: Jun 24, 2021
Γόνος οικογένειας ναυάρχων και αξιωματικών του ναυτικού. Προεπαναστατικός ναυτικός, έμπορος, πλοιοκτήτης και πειρατής. Ναυμάχος της επαναστατικής περιόδου και αξιωματικός του ελληνικού βασιλικού ναυτικού. Γιός του πλοίαρχου και εμπόρου Δημήτριου Βώκου γεννήθηκε στην Ύδρα (αν και ορισμένες πηγές σημειώνουν ως τόπο γέννησης του το χωριό Φύλλα της Εύβοιας). Το πιθανότερο είναι να καταγόταν από τα Φύλλα η οικογένεια το, η οποία εγκαταστάθηκε στην Ύδρα το 1668. Ο πατέρας του είχε παντρευτεί τρεις φορές. Μητέρα του Ανδρέα καθώς και των αδελφών του Θανάση, Θεοφάνη, Νικόλαου και της Διαμάντως, ήταν η Ανδριάνα, χήρα του Ανδρέα Μπόχα.

Σε ηλικία 11 ετών ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα και επί τέσσερα χρόνια μαθήτευσε υπό τον καπετάνιο – θείο του, Γιώργο Στύπα, σε ένα λατινάδικο (μικρό πλοίο με δύο τριγωνικά ιστία) του οποίου ιδιοκτήτες ήταν ο Στύπας και ο πατέρας του. Σε ηλικία 16 ετών συμμετείχε σε πειρατικές - καταδρομικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, φτάνοντας μέχρι τις αιγυπτιακές ακτές. Επιστρέφοντας στην ΄Υδρα επανήλθε στο ναυτεμπορικό επάγγελμα με το λατινάδικο πλοίο του πατέρα του, και ένα ταξίδι του στη Σμύρνη αγόρασε από έναν Τουρκοκρητικό ένα πλοίο με το όνομα Μιαούλ, από το οποίο πήρε το όνομα Μιαούλης, που επικράτησε του οικογενειακού ονόματος Βώκος. Συνέχισε, με επιτυχία το ναυτεμπόριο για περίπου τέσσερα χρόνια και με τα κέρδη που απεκόμισε, κατασκεύασε (πουλώντας και το Μιαούλ) ένα μεγαλύτερο πλοίο (το Σαϊτιάς) χωρητικότητας 4.500 κοιλών. Μετά από οκτώ χρόνια, περί το 1796 πούλησε τον Σαϊτιά στον αδελφό του Θεοφάνη και αγόρασε από τη Νεάπολη της Ιταλίας ένα βρίκι χωρητικότητας 10.000 κοιλών συνεχίζοντας το εμπόριο σε όλη τη Μεσόγειο αλλά και πέραν του Γιβραλτάρ φτάνοντας μέχρι τη Λισαβώνα. Το 1802, αφού πούλησε το πλοίο του στον αδελφό της γυναίκας του πλοίαρχο Αντώνη Μπίκο, κατασκεύασε στη Βενετία ακόμη μεγαλύτερο πλοίο μήκους 40 μέτρων και χωρητικότητος 18.000 κοιλών, με το οποίο διεξήγαγε λαθρεμπόριο σίτου, σπάζοντας τα μπλόκα που είχε επιβάλλει το βρετανικό ναυτικό στα ευρωπαϊκά λιμάνια στο πλαίσιο των Ναπολέοντιων Πολέμων. Συνέχισε το νόμιμο και παράνομο ναυτικό εμπόριο μέχρι το 1816, εμπλεκόμενος σε συγκρούσεις με πειρατικά, αλλά και πολεμικά και εμπορικά πλοία ευρωπαϊκών κρατών. Στο διάστημα αυτό το πλοίο του προσάραξε σε ύφαλο κοντά στο Γιβραλτάρ και βούλιαξε. Ναυπήγησε νέο πλοίο 9.000 κοιλών στη Γένοβα και συνέχισε τη δράση. Το 1816 μετά από περίπου 25 χρόνια ως ναυτέμπορος και πειρατής, αποσύρθηκε και εγκαταστάθηκε στην Ύδρα ασκώντας το εμπορικό επάγγελμα. Μετά την κήρυξη της επανάστασης στην Ύδρα από τον Αντώνιο Οικονόμου και άλλους Φιλικούς, ο Μιαούλης τήρησε αρχικά επιφυλακτική στάση. Ωστόσο όταν δολοφονήθηκε ο Οικονόμου από τους προκρίτους της Ύδρας, ο Μιαούλης δεν συμμετείχε στα γεγονότα. Όταν η Ύδρα ενεπλάκη στην επανάσταση, ο Μιαούλης έδωσε υπέρ αυτής 3.625 ισπανικά τάλιρα και προσέφερε τα δύο ιδιόκτητα πλοία του Άρη και Ηρακλή στη δύναμη του υδραϊκού στόλου. Μετά την απόσυρση του Γιακουμάκη Τομπάζη τον Ιανουάριο του 1822 ανέλαβε ναύαρχος της Ύδρας και επικεφαλής του τρινήσιου στόλου, συμμετέχοντας σε σειρά ναυμαχιών και ναυτικών επιχειρήσεων καθόλη τη διάρκεια του Αγώνα. Ξεχωρίζουν η νικηφόρα για τα ελληνικά πληρώματα ναυμαχία στους Ωρεούς Ιστιαίας, εναντίον του οθωμανικού στόλου υπό τον καπουντάν πασά Μεχμέτ Χοσρέφ Τοπάλ Πασά (12 Οκτωβρίου 1823), η νικηφόρα ναυμαχία έξω από το Μεσολόγγι, που οδήγησε στην τροφοδοσία της πολιορκημένης πόλης, η ναυμαχία στον κόλπο του Γέροντα και η επιχείρηση αποβίβασης στρατιωτικού σώματος στη Γραμβούσα της Κρήτης (25 Οκτωβρίου 1827). Στη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων θα ακολουθήσει τη μερίδα των Κυβερνητικών (Κουντουριώτηδες, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος) εναντίον των Ανταρτών της μερίδας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Πολιτικά ήταν ενταγμένος στο Αγγλικό Κόμμα και ήταν μεταξύ εκείνων που στις 24 Ιουλίου 1825, υπέγραψαν την Πράξη Υποταγής δια της οποίας έθεταν την Ελλάδα υπό την προστασία της Μεγάλης Βρετανίας, ενέργεια που οδήγησε στην Ιουλιανή Συνθήκη του 1827 και στην επέμβαση των ευρωπαϊκών στόλων στο Ναυαρίνο. Κατά τη Καποδιστριακή περίοδο ο Μιαούλης ανέλαβε αρχικά τη διοίκηση της ναυτικής μοίρας του Αιγαίου. Με την ιδιότητα αυτή πολέμησε στην τελευταία ελληνο - οθωμανική ναυτική σύγκρουση, στις 30 Μαϊου 1828, έξω από τη Μυτιλήνη εναντίον του Ταχήρ Πασά, στη διάρκεια της οποίας βυθίστηκαν μια οθωμανική φρεγάτα και δικάταρτο. Στις 14 Αυγούστου 1829 τοποθετήθηκε από τον Καποδίστρια μέλος του Α' τμήματος της Γερουσίας, από την οποία παραιτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου του ίδιου έτους και συντάχτηκε με την οικογένεια Κουντουριώτη και τον Μαυροκορδάτο, αντιπολιτευόμενος τον Κυβερνήτη. Πρωταγωνίστησε στην κατάληψη του ναυστάθμου του Πόρου (14 Ιουλίου 1831) η οποία κατέληξε στην εκ μέρους του Μιαούλη πυρπόληση της φρεγάτας Ελλάς και της κορβέτας Ύδρα (1 Αυγούστου 1831). Στο μεσοδιάστημα, πριν από την έλευση του Όθωνα, ορίστηκε μέλος της τριμελούς επιτροπής που ταξίδεψε στο Μόναχο για να εκδηλώσει την πίστη του ελληνικού λαού προς τον βασιλιά. Στη διάρκεια της βασιλείας τοποθετήθηκε επικεφαλής του Ναυτικού Διευθυντηρίου ενώ το 1834 έγινε μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πέθανε στις 11 Ιουνίου 1835, σε ηλικία 66 ετών και κηδεύτηκε με μεγάλες στρατιωτικές τιμές. Κηδεύτηκε στον Πειραιά και τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1852 στην έδρα της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.
Πηγή: keni.panteion.gr/index.php/el/
Ιστότοπος Κέντρου Ερευνας Νεότερης Ιστορίας (ΚΕΝΙ) Πάντειου Πανεπιστημίου
Χάρτης Χαλκίδας - Οδός: Μιαούλη



Comments